Ανοιχτά Πρότυπα

Υπερασπίζοντας τα Ανοιχτά Πρότυπα: το FSFE ανασκευάζει τους λαθεμένους ισχυρισμούς της BSA προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Δημοσίευση          Λήψη pdf

Η Business Software Alliance (BSA) ασκεί πιέσεις προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αφαιρέσει τα τελευταία ίχνη υποστήριξης για τα Ανοιχτά Πρότυπα από την τελευταία έκδοση των συστάσεων διαλειτουργικότητας της ΕΕ, του Ευρωπαϊκού Πλαισίου Διαλειτουργικότητας.

Το FSFE έχει εξασφαλίσει ένα αντίγραφο της επιστολής που εστάλη στην Επιτροπή από την BSA την περασμένη εβδομάδα. Στις επόμενες παραγράφους αναλύουμε τα επιχειρήματα της BSA και εξηγούμε γιατί οι ισχυρισμοί τους είναι λαθεμένοι και γιατί τα Ανοιχτά Πρότυπα είναι κλειδί για τη διαλειτουργικότητα και τον ανταγωνισμό στην Ευρωπαϊκή αγορά λογισμικού. Έχουμε μοιραστεί αυτήν την ανάλυση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

  1. Η ελεύθερη δικαιωμάτων από πατέντες αδειοδότηση ανοίγει τη συμμετοχή και προωθεί την καινοτομία
  2. Τα παραδείγματα προτύπων της BSA είναι άσχετα με το πεδίο του λογισμικού
  3. Η (F)RAND αδειοδότηση στα πρότυπα λογισμικού είναι άδικη και μεροληπτική
  4. Η BSA δεν αντιπροσωπεύει ούτε τα ίδια τα μέλη της, πολύ λιγότερο το σύνολο της βιομηχανίας λογισμικού
  5. Η (F)RAND είναι ασύμβατη με τις περισσότερες από τις άδειες χρήσης Ελεύθερου Λογισμικού
  6. Η σύσταση προτίμησης για Ανοιχτά Πρότυπα είναι εντελώς άσχετη με τη διαπραγματευτική θέση της ΕΕ απέναντι στην Κίνα
  7. Οι ελεύθερες περιορισμών προδιαγραφές θα προωθήσουν την προτυποποίηση, τον ανταγωνισμό και τη διαλειτουργικότητα
  8. Συστάσεις

Η ελεύθερη δικαιωμάτων από πατέντες αδειοδότηση ανοίγει τη συμμετοχή και προωθεί την καινοτομία

Στην επιστολή της, η BSA υποστηρίζει ότι «[Α]ν η ΕΕ υιοθετήσει μια προτίμηση για ελεύθερες χρεώσεων/πατεντών προδιαγραφές, θα υπονομεύσει τα κίνητρα που έχουν οι εταιρείες για να συνεισφέρουν καινοτομίες αιχμής στην προτυποποίηση - το οποίο θα έχει ως αποτέλεσμα λιγότερο καινοτόμες Ευρωπαϊκές προδιαγραφές και λιγότερο ανταγωνιστικά Ευρωπαϊκά προϊόντα».

Στην πραγματικότητα αυτό αντανακλά μια τεράστια παρανόηση για τα πρότυπα, τον ρόλο και τη λειτουργία τους.

  1. Μηδενικής εκμετάλλευσης συνθήκες αδειοδότησης δεν παρεμποδίζουν πατενταρισμένες τεχνολογίες να περιλαμβάνονται στα πρότυπα. Μάλλον απαιτείται από τον συμβαλλόμενο να αποφύγει να επιβάλλει δικαιώματα εκμετάλλευσης σε υλοποιήσεις.
  2. Η μοναδική και πιο επιτυχημένη πλατφόρμα τεχνολογίας στη Γη, το Διαδίκτυο, έχει δομηθεί σε πρότυπα τα οποία είναι πλήρως διαθέσιμα με συνθήκες μηδενικής εκμετάλλευσης δικαιωμάτων αδειοδότησης. Πράγματι ο W3C, ο οργανισμός θέσπισης προτύπων (standard setting organization, SSO) που διαχειρίζεται τα πρότυπα του ιστού έχει μέσα από συναίνεση υιοθετήσει μια μηδενικής εκμετάλλευσης δικαιωμάτων πολιτική ("IPR policy"), όπου σε τεχνολογίες επιφορτισμένες με δικαιώματα επιτρέπεται να συνεισφέρουν μόνο σε μια αυστηρή κατ' εξαίρεση βάση. Αντί να καταπνίγεται η εφευρετική δραστηριότητα, όπως ισχυρίζεται η BSA, αυτή η πολιτική έχει μετατρέψει το Διαδίκτυο σε ένα θερμοκήπιο καινοτομίας. Πράγματι, πρόκειται για την ίδια τη φύση των προτύπων που σταθεροποιούν μια πλατφόρμα πάνω στην οποία ανταγωνιστές μπορούν να δημιουργούν καινοτόμες και διαλειτουργικές λύσεις1.
  3. Σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της BSA, οι πολιτικές μηδενικής εκμετάλλευσης δικαιωμάτων αδειοδότησης πατεντών ανοίγουν τη συμμετοχή στη θέσπιση προτύπων λογισμικού στην ευρύτερη δυνατή ομάδα επιχειρηματιών και τεχνικών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, πρότυπα λογισμικού που προέρχονται από οργανισμούς θέσπισης προτύπων με πολιτικές μηδενικής εκμετάλλευσης δικαιωμάτων αδειοδότησης πατεντών, όπως ο W3C έχουν υιοθετηθεί σε ευρεία βάση, με το πρότυπο HTML να είναι μόνο το πλέον ορατό παράδειγμα.

Από έναν ευρύτερο πολιτικό ορίζοντα, είναι επίσης αμφισβητήσιμο ότι οι εφευρέτες, οι οποίοι ήδη λαμβάνουν κίνητρο από μια πατέντα, θα χρειαστεί να προβούν σε επέκταση του κινήτρου συμπεριλαμβάνοντας την πατέντα στο πρότυπο. Ένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν ισοδυναμεί με δικαίωμα σε εγγυημένη ροή εσόδων.

Τα παραδείγματα προτύπων της BSA είναι άσχετα με το πεδίο του λογισμικού

Η BSA υποστηρίζει ότι «[π]ολλές από τις σημερινές ευρέως διαδεδομένες προδιαγραφές εμπεριέχουν πατενταρισμένες καινοτομίες οι οποίες εφευρέθηκαν από εμπορικές εταιρίες... όπως οι WiFi, GSM και MPEG». 

Πρόκειται για μιαν απόπειρα εσφαλμένης διχοτόμησης ανάμεσα σε «εμπορικές» εταιρείες που εφευρίσκουν πατενταρισμένη τεχνολογία, και σε «μη-εμπορικές» εφευρέσεις οι οποίες δεν έιναι πατενταρισμένες. Στην πραγματικότητα ένας μεγάλος πλούτος απατεντάριστης σύγχρονης τεχνολογίας προέρχεται από εμπορικές εταιρίες που συμβάλλουν σε διεθνείς υλοποιήσεις προτύπων (όπως το HTML5), ενώ συνεχίζουν να παρέχουν εισόδημα στους δημιουργούς τους. Δεν υπάρχει τέτοια διαίρεση, οικονομική ή ιδεολογική, ανάμεσα στις τεχνολογίες υλικού και λογισμικού που είναι πατενταρισμένες και σε εκείνες που δεν είναι. Αλλά η BSA διχαστικά υπονοεί ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε συμβατικές και αποδεκτές επιχειρηματικές μεθόδους, τις οποίες συναρτούν με διπλώματα ευρεσιτεχνίας και σε ξένους προς την επιχειρηματικότητα μη-εμπορικούς οργανισμούς, τους οποίους συνδέουν με ελεύθερη πατεντών τεχνολογία. Με δεδομένη την αυξανόμενη επικράτηση του Ελεύθερου Λογισμικού στην αγορά υπηρεσιών Πληροφορικής στην Ευρώπη, ένας τέτοιος ισχυρισμός είναι απλώς λαθεμένος.

Τα πρότυπα τα οποία η BSA αναφέρει ως παραδείγματα (με την εξαίρεση του MPEG2) σχετίζονται με τεχνολογίες με βάση το υλικό (hardware). Τα οικονομικά της αγοράς υλικού είναι πολύ διαφορετικά από εκείνα της αγοράς λογισμικού. Ενώ η είσοδος στην αγορά υλικού απαιτεί πολύ ουσιαστικές επενδύσεις, οι εταιρίες λογισμικού μπορούν να ξεκινήσουν με πολύ μικρά ποσά κεφαλαίων. Η απαίτηση από μια νέα μικρή εταιρία λογισμικού να πληρώσει δικαιώματα για να υλοποιήσει πρότυπα λογισμικού, θα ανύψωνε σημαντικά τον πήχυ για είσοδο στην αγορά, θα μείωνε την καινοτομία και θα εμπόδιζε τον ανταγωνισμό, και επίσης θα αύξανε τις τιμές για τον καταναλωτή (και για τους οργανισμούς του δημόσιου τομέα).

Για το λογισμικό, ωστόσο, είναι ξεκάθαρο ότι επιτρέποντας σε πατέντες να περιλαμβάνονται σε πρότυπα λογισμικού με όρους (F)RAND θα αύξανε υπερβολικά και χωρίς να είναι απαραίτητο τα εμπόδια εισόδου στην Ευρωπαϊκή αγορά λογισμικού, κάνοντας την οικονομία των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών της Ευρώπης λιγότερο ανταγωνιστική.

Η (F)RAND αδειοδότηση στα πρότυπα λογισμικού είναι άδικη και μεροληπτική

Η BSA υποστηρίζει ότι «[Οι] απαιτήσεις για τις ανοικτές προδιαγραφές να είναι «ελεύθερα υλοποιή[σιμες]» και με δυνατότητα διαμοιρασμού και επαναχρησιμοποίησης είναι ασαφείς και υποδηλώνουν ότι τα πρότυπα πρέπει να είναι ελεύθερα δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (intellectual property rights, IPR)».

Η BSA στη συνέχεια υποστηρίζει ότι «[οι όροι FRAND διασφαλίζουν ότι] οι τεχνικοί υλοποίησης ενός προτύπου μπορούν να κάνουν χρήση αυτών των καινοτομιών με δίκαιους όρους. Επιτρέπουν σε εφευρέτες να χρεώνουν ένα εύλογο αντίτιμο όταν οι τεχνολογίες τους ενσωματώνονται σε προδιαγραφές[.]» Στα πρότυπα λογισμικού, οι όροι (F)RAND στην πράξη μεροληπτούν εναντίον του Ελεύθερου Λογισμικού και κάθε επιχειρηματικού μοντέλου που βασίζεται σε αυτό. Οι πιο διαδεδομένες άδειες χρήσης Ελεύθερου Λογισμικού δεν επιτρέπουν την επιβολή πρόσθετων όρων στους παραλήπτες του λογισμικού. Και όμως οι (F)RAND απαιτούν την επιβολή τέτοιων συνθηκών, συνήθως με τη μορφή της χρέωσης δικαιωμάτων, καθιστώντας τις (F)RAND πολιτικές αδειοδότησης ασύμβατες με το Ελεύθερο Λογισμικό. Όπου αφορά τα πρότυπα λογισμικού, αυτή η πρακτική δεν καθιστά την (F)RAND προσέγγιση ούτε εύλογη ουτε αμερόληπτη.

Αντίστροφα, η «μηδενική χρέωση δικαιωμάτων» δεν αποκλείει τις ιδιοκτησιακές (και τις επαχθώς πατενταρισμένες) υλοποιήσεις. Πράγματι «μηδενική χρέωση δικαιωμάτων» σημαίνει ότι αν ορισμένες τεχνολογίες εξουσιοδοτούνται από ένα πρότυπο, αυτές πρέπει να είναι διαθέσιμες σε όλους χωρίς να απαιτούν δικαιώματα. Στο μεταξύ οι υλοποιήσεις θα μπορούν να διανέμονται με οποιαδήποτε άδεια χρήσης και θα περιλαμβάνουν οποιαδήποτε τεχνολογία, με δεδομένο ότι το πρότυπο γίνεται σεβαστό.

Το ελεύθερο δικαιωμάτων πρότυπο HTML για παράδειγμα, έχει εφαρμοστεί σε ένα πλήθος περιηγητών ιστού και ελεύθερου και ιδοκτησιακού λογισμικού. Αυτό δείχνει με σαφήνεια ότι ένα ελεύθερο δικαιωμάτων πρότυπο λογισμικού επιτρέπει την ευρεία υιοθέτηση και οδηγεί την καινοτομία μέσα από τον ανταγωνισμό.

Η BSA δεν αντιπροσωπεύει ούτε τα ίδια τα μέλη της, πολύ λιγότερο το σύνολο της βιομηχανίας λογισμικού

Η BSA υποστηρίζει ότι «[το EIF] μπορεί να αναγνωστεί ώστε να σημαίνει ότι οι πιο καινοτόμες Ευρωπαϊκές και ξένες εταιρείες δεν είναι ευπρόσδεκτες να συμμετάσχουν στις διαδικασίες προτυποποίησης αν κατέχουν διπλώματα ευρεσιτεχνίας σε σχετικές τεχνολογίες και επιδιώκουν αποζημίωση για τις εφευρέσεις τους αν αυτά τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας γίνουν τμήμα του προτύπου.»

Η BSA στη συνέχεια υποστηρίζει ότι «[Τα] ενδιαφερόμενα μέρη [αναγνωρίζουν] τον σημαντικό σύνδεσμο ανάμεσα στα IPR και την προτυποποίηση - και επίσης [αναγνωρίζουν] ότι τα βασισμένα σε όρους FRAND πρότυπα είναι πολύ ευέλικτα και μπορούν να υλοποιηθούν σε μια ευρεία γκάμα λύσεων ανοικτού κώδικα και ιδιοκτησιακών».

Σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της BSA ότι εκπροσωπεί την ενιαία θέση της βιομηχανίας λογισμικού, σημειώνουμε ότι η ECIS, η οποία έχει σχηματιστεί από σημαντικούς εκπροσώπους της βιομηχανίας (ορισμένοι από τους οποίους είναι και μέλη της BSA) λέει τα αντίθετα3. Παρά το ότι διαθέτουν ένα μεγάλο χαρτοφυλάκιο πατεντών, τα μέλη της ECIS επιθυμούν τα πρότυπα για τη διαλειτουργικότητα στο λογισμικό να παραμείνουν χωρίς επιβαρύνσεις από απαιτήσεις δικαιωμάτων για πατέντες []. Για να ανφέρουμε μόνο ένα παράδειγμα, η Google έχει ισχυρή συμβολή στα πρότυπα μηδενικής χρέωσης δικαιωμάτων με την προσφορά μιας υποστηριζόμενης από τη βιομηχανία εναλλακτικής λύσης στο MPEG.

Η (F)RAND είναι ασύμβατη με τις περισσότερες από τις άδειες χρήσης Ελεύθερου Λογισμικού

Η BSA ισχυρίζεται ότι «οι περισσότερες άδειες χρήσης λογισμικού ανοιχτού κώδικα είναι πλήρως συμβατές με την αδειοδότηση με όρους FRAND.»

Με οποιοδήποτε εύλογο μέτρο (ανεξάρτητα αν βασίζεται στην ποσότητα του διαθέσιμου κώδικα ή στη σημαντικότητά του ή και στα δύο)  οι πιο σχετικές άδειες χρήσης Ελεύθερου Λογισμικού (ανοιχτού κώδικα) είναι:

  1. GNU GPL και LGPL
  2. Mozilla Public License
  3. Apache Public License
  4. BSD/MIT και άλλες υπέρ-το-δέον ανεκτικές άδειες χρήσης
  5. EUPL

Όλες αυτές, με την μόνη βάσιμη αλλά αβέβαιη εξαίρεση της υπερ-το-δέον ανεκτικής κατηγορίας, είναι ξεκάθαρα ασύμβατες με το καθεστώς των δικαιωμάτων σε διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Σύμφωνα με τις στατιστικές που ανακοίνωσε η Black Duck Software, περισσότερα από 85% των έργων Ελεύθερου Λογισμικού διανέμονται με άδειες χρήσης οι οποίες είναι ασύμβατες με καθεστώτα δικαιωμάτων σε διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Η GNU Γενική Άδεια Δημόσιας Χρήσης (GNU General Public License, GPL) έχει αποδειχθεί ότι είναι μακράν η πιο διαδεδομένη άδεια χρήσης Ελεύθερου Λογισμικού και αντιπροσωπεύει σχεδόν τα μισά από όλα τα έργα. Η ενσωμάτωση πατενταρισμένων τεχνολογιών σε προϊόντα Ελεύθερου Λογισμικού, όπου είναι δυνατή, απαιτεί από τους τεχνικούς να αναμείξουν ιδιοκτησιακά τμήματα με Ελεύθερο Λογισμικό με αδέξιους τρόπους. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο παραγόμενος κώδικας είναι αναγκαστικά ιδιοκτησιακό λογισμικό5.

Η σύσταση προτίμησης για Ανοιχτά Πρότυπα είναι εντελώς άσχετη με τη διαπραγματευτική θέση της ΕΕ απέναντι στην Κίνα

Η BSA ισχυρίζεται ότι «[η] ασάφεια στην προτεινόμενη προτίμηση του EIF αναμφίβολα θα υπονομεύσει την ικανότητηα της Επιτροπής να συντηρήσει τη σθεναρή άμυνα των κατόχων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας [ενάντια στις Κινεζικές απειλές].»

Ισχυρισμοί ότι μια σύσταση εκδήλωσης προτίμησης για ανοικτές προδιαγραφές θα αποδυνάμωνε τη διαπραγματευτική θέση της ΕΕ απέναντι στην Κίνα είναι απλώς λαθεμένοι. Οι συστάσεις σχετικά με τη χρήση ανοικτών προδιαγραφών λογισμικού στον δημόσιο τομέα δεν έχουν καμία επίπτωση στη στάση της Επιτροπής. Επιπλέον, έχει σημασία να επαναληφθεί ότι πρότυπα με «μηδενικής χρέωσης δικαιώματα» δεν αντιστρατεύονται καμία «σθεναρή άμυνα» πατεντών, πνευματικών δικαιωμάτων ή εμπορικών σημάτων.

Σημειώνουμε ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρόμοιες ανησυχίες κατατέθηκαν στο Υπουργείο Εμπορίου κατά την προετοιμασία της ειδικής έκθεσης 301 για το 2010 σχετικά με τα εμπόδια στο εμπόριο. Η επιλογή του Υπουργείου Εμπορίου ήταν να μην συμπεριλάβει αυτές τις ανησυχίες στην έκθεση, δείχνοντας ξεκάθαρα ότι η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών θεωρεί ότι δεν αποτελούν ζήτημα. Ενώ τέτοιοι ισχυρισμοί γίνονται σε προσπάθειες επηρεασμού της δημόσιας πολιτικής, υπάρχει μια αξιοσημείωτη απουσία προσπαθειών να αφαιρεθούν τέτοιες προτιμήσεις με νομικά μέσα - προφανώς επειδή όσοι διατυπώνουν αυτούς τους ισχυρισμούς γνωρίζουν άριστα ότι δεν στηρίζονται στα γεγονότα.

Οι ελεύθερες περιορισμών προδιαγραφές θα προωθήσουν την προτυποποίηση, τον ανταγωνισμό και τη διαλειτουργικότητα

Η BSA ισχυρίζεται ότι «η προτεινόμενη προτίμηση του EIF για «ελεύθερες πνευματικής ιδιοκτησίας» ("IP-free") προδιαγραφές θα υπονομεύσουν...την προτυποποίηση, την ανταγωνιστικότητα και τη διαλειτουργικότητα μακροπρόθεσμα.»

Δεν είμαστε σε θέση να εξηγήσουμε τι εννοεί η BSA με τον όρο "IP-free" προδιαγραφές, αν και θεωρούμε ότι τέτοια διατύπωση υποδηλώνει ανεπαρκή κατανόηση από την πλευρά της BSA της διαδικασίας θέσπισης προτύπων.

Ο ισχυρισμός ότι η τρέχουσα διατύπωση στο EIF θα μπορούσε να υπονομεύσει τη διαλειτουργικότητα είναι απλώς απαράδεκτος. Έρχεται από αναπόδεικτες υποθέσεις για τις οποίες έχουμε δείξει ότι είναι λαθεμένες στη συζήτηση παραπάνω. Τώρα, οι συνέπειες του κλειδώματος που απορρέουν από τη χρήση ιδιοκτησιακών προγραμμάτων και τύπων αρχειοθέτησης συχνά παρεμποδίζουν τη δημόσια διοίκηση από την ελεύθερη επιλογή λύσεων Πληροφορικής. Αντίθετα, τη διατηρούν δέσμια ενός συγκεκριμένου προμηθευτή. Οι δυσκολίες του Δημοτικού Συμβουλίου του Brighton και του καντονιού Solothurn στην Ελβετία (για να αναφέρουμε μόνο δύο παραδείγματα από τους πρόσφατους μήνες) μαζί με πολυάριθμες άλλες δημόσιες υπηρεσίες κατά τη μετάβαση από μία λύση Πληροφορικής σε άλλη δείχνουν πώς το κλείδωμα σε προμηθευτή που προκάλεσαν πρότυπα λογισμικού επιβαρυμένα με πατέντες προσδένει τους χρήστες σε υποδεέστερες λύσεις, με μεγάλη επιβάρυνση για τους φορολογούμενους.

Αντίθετα, πρότυπα λογισμικού τα οποία μπορούν να εφαρμοστούν χωρίς περιορισμούς, επιτρέπουν τη διαλειτουργικότητα πολλών ανταγωνιστικών υλοποιήσεων. Με αυτήν την πρακτική, τα μονοπωλιακά κέρδη ενός πολύ περιορισμένου αριθμού μεγάλων παικτών αντικαθίστανται από μια ζωντανή, καινοτόμα αγορά την οποία οδηγεί ο άγριος ανταγωνισμός. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα καλύτερες λύσεις και υπηρεσίες σε χαμηλότερες τιμές.

Συστάσεις

Υπό το φως της παραπάνω ανάλυσης, παροτρύνουμε την Επιτροπή να ενθαρρύνει τη διαλειτουργικότητα και τον ανταγωνισμό στην Ευρωπαϊκή αγορά λογισμικού αντί να δίνει σε κατεστημένες κυρίαρχες εταιρείες ένα πρόσθετο εργαλείο διατήρησης του ελέγχου τους στην αγορά. Τέλος, ζητάμε από την Επιτροπή να μην προσυπογράψει πολιτικές αδειοδότησης (F)RAND για τα πρότυπα λογισμικού. Αντίθετα, παροτρύνουμε την Επιτροπή να διατηρήσει τις συστάσεις ότι οι προδιαγραφές μπορούν να θεωρηθούν ανοικτές μόνο αν είναι δυνατό να υλοποιηθούν και να διαμοιραστούν με διαφορετικά μοντέλα αδειοδότησης λογισμικού, συμπεριλαμβανομένου Ελεύθερου Λογισμικού6 με αδειοδότηση Gnu GPL.

Επίσης παροτρύνουμε την Επιτροπή να συμπεριλάβει στο αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Πλαίσο Διαλειτουργικότητας μια σταθερή σύσταση προς τις δημόσιες υπηρεσίες να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα λογισμικού που βασίζεται σε Ανοιχτά Πρότυπα7 με όρους επιλογής, ανταγωνισμού, ελευθερίας από κλειδώματα και μακροπρόθεσμης πρόσβασης στα δεδομένα.

Υποσημειώσεις

  1. Δείτε π.χ. Rishab Aiyer Ghosh, Philipp Schmidt (2006): United Nations University Policy Brief, Number 1, 2006: "Open standards, properly defined, can have the unique economic effect of allowing "natural" monopolies to form in a given technology, while ensuring full competition among suppliers of that technology." [emphasis added]
  2. Το MPEG έχει ειδικά σχεδιαστεί για τη ρητή εξουσιοδότηση πατενταρισμένων τεχνολογιών ακόμη και εκεί όπου αυτές είναι κατά μεγάλο μέρος αναπληρώσιμες από (βάσιμα) εναλλακτικές λύσεις που δεν επιβαρύνονται από διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Αυτό είναι κατανοητό εξαιτίας της ανάγκης απόσπασης όσο το δυνατό περισσότερων κερδών από τη χρήση μιας ιδιόμορφης υλοποίησης, που έχουν επιλέξει, ορισμένων μαθηματικών αρχών αντί να αναπτύξουν μια κοινή και πρότυπη πλατφόρμα για τους σκοπούς της διαλειτουργικότητας.
    Επιπλέον, τα περισσότερα από τα MPEG πρότυπα εμφανίστηκαν σε μια εποχή που οι κωδικοποιητές ήταν μέρη του υλικού επειδή το διαθέσιμο εύρος ζώνης ήταν περιορισμένο αλλά και διότι το γενικής χρήσης υλικό δεν ήταν επαρκώς ισχυρό
  3. Δείτε την αντίδραση της ECIS από τις 13 Οκτωβρίου 2010 στην επιστολή της BSA
  4. Για μια συζήτηση για τις υβριδικές λύσεις στα δικτυακά πρωτόκολλα δείτε Η απάντηση του FSFE και της Ομάδας Samba στο Άρθρο 18.
  5. Δείτε Ο ορισμός του FSFE για το Ελεύθερο Λογισμικό
  6. Όπως έχει δοθεί στη σελίδα : οι ορισμοί του FSFE για το ανοιχτό πρότυπο