Ηνωμένα Έθνη / WIPO

Δήλωση για τη σχέση ανάμεσα στα πρότυπα και στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας στην WIPO SCP/15

Συγγραφέας:  :

Μόνιμη Επιτροπή για τη Νομοθεσία περί Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας: Δέκατη πέμπτη Σύνοδος, Γενεύη, 11 - 15 Οκτωβρίου 2010.

Περίληψη: Τα πρότυπα για το λογισμικό πρέπει να είναι εφαρμόσιμα σε κάθε λογισμικό ή επιχειρηματικό υπόδειγμα και σε εκείνα που βασίζονται στο Ελεύθερο Λογισμικό. Όταν διπλώματα ευρεσιτεχνίας ενσωματώνονται σε πρότυπα λογισμικού, απαιτείται να αδειοδοτούνται με τρόπο που δεν περιορίζει την εφαρμογή τους. Εκτός από την απουσία κάθε άλλου περιορισμού, αυτό σημαίνει αδειοδότηση ελεύθερη δικαιωμάτων για κάθε ενδιαφερόμενο που εφαρμόζει το πρότυπο.

Παρέμβαση από το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Ελεύθερου Λογισμικού (FSFE)

Σας ευχαριστώ κ. Πρόεδρε, για την ευκαιρία που δίνετε στο Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Ελεύθερου Λογισμικού να μιλήσει για το πολύ σημαντικό θέμα των προτύπων και των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Θα θέλαμε να σας συγχαρούμε για την ικανότητά σας να διευθύνετε αυτήν τη συνάντηση με έναν παραγωγικό και εμπεριστατωμένο τρόπο.

Το έγγραφο SCP/13/2 παρέχει ένα καλό σημείο εκκίνησης και σωστά προσδιορίζει τον κεντρικό ρόλο των προτύπων για τις οικονομίες κλίμακας και ανταγωνισμού σε θεμιτό επίπεδο. Θα θέλαμε να περιορίσουμε τα σχόλιά μας στην περιοχή των προτύπων λογισμικού.

Τον Νοέμβριο του 2008, ο κ. Karsten Meinhold, πρόεδρος της ειδικής επιτροπής IPR του European Telecommunications Standards Institute υπογράμμισε ότι “Τα IPR και τα Πρότυπα εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς: τα IPR προορίζονται για ιδιωτική αποκλειστική χρήση, τα Πρότυπα για δημόσια, συλλογική χρήση“.

Πριν σχολιάσουμε το έγγραφο με λετομέρειες, θα ήθελα να υπογραμμίσω πολύ σύντομα γιατί το θέμα απαιτεί εξονυχιστικό έλεγχο παρά την εις βάθος τεχνική φύση του.

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι ΜΜΕ αποτελούν το 90 με 98 τοις εκατό των εταιρειών στις περισσότερες χώρες. Αυτή είναι η κατάσταση στη βιομηχανία λογισμικού. Στις αναπτυσσόμενες χώρες και στις χώρες υπό μετάβαση, το μερίδιο των ΜΜΕ στην οικονομία τείνει να είναι ακόμη εντονότερο.

Τα τείχη εισόδου στην αγορά λογισμικού είναι αρκετά χαμηλά. Πολλοί από τους σημερινούς γίγαντες του λογισμικού ξεκίνησαν σε γκαράζ. Κατάφεραν να αναπτυχθούν ταχύτατα επειδή δεν παρεμποδίζονταν από πατέντες μεγαλύτερων ανταγωνιστών τους και συχνά επειδή είχαν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν υφιστάμενα Ανοικτά Πρότυπα με καινοτόμους τρόπους. Το Ελεύθερο Λογισμικό, το οποίο είναι γνωστό και ως Ανοικτός Κώδικας, μειώνει αυτά τα τείχη εισόδου ακόμη περισσότερο.

Σύμφωνα με την εταιρεία συμβούλων Gartner, το 100% των εταιρειών σήμερα χρησιμοποιούν τουλάχιστο κάποιο Ελεύθερο Λογισμικό στα συστήματά τους. Το Linux Foundation προβλέπει ότι το 2011, το Ελεύθερο Λογισμικό θα στηρίζει μια οικονομία 50 εκατομμυρίων δολαρίων.

Το Ελεύθερο Λογισμικό επίσης παρέχει μια μοναδική ευκαιρία για τα αναπτυσσόμενα έθνη και τις χώρες υπό μετάβαση. Όταν εισαγάγουν μη-ελεύθερο λογισμικό, γίνονται εξαρτημένοι από την εταιρεία που τούς το προμήθευσε. Αντίθετα, όταν χρησιμοποιούν Ελεύθερο Λογισμικό, καλλιεργούν την ανάπτυξη τοπικών εταιρειών. Έτσι βοηθούν στη δημιουργία μιας τοπικής βάσης γνώσης από ειδικούς τεχνολογικών προσόντων, οι οποίοι προσθέτουν αξία στην εθνική οικονομία.

Αυτή είναι μια εξαιρετικά συμπυκωμένη περίληψη της οικονομικής προοπτικής με βάση το Ελεύθερο Λογισμικό. Συνιστά ένα απαραίτητο υπόβαθρο στην αντιπαράθεση που έχουμε σήμερα εδώ για τα πρότυπα και τις πατέντες.

Τα πρότυπα πάντα υποδηλώνουν ευρεία δημόσια πρόσβαση, μια ανοιχτή διαδικασία και κατά τη δημιουργία του προτύπου και κατά την πρόσβαση σε αυτό. Συνεπώς είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι ένα Ανοικτό Πρότυπο θα πρέπει απαραίτητα να ικανοποιεί υψηλότερα κριτήρια ανοιχτών διαδικασιών από εκείνα που δίνονται με το άρθρο 41 του εγγράφου SCP/13/2.

Είναι επιπλέον σημαντικό να προστεθεί ότι τα “de facto standards” τυπικά δεν είναι πρότυπα, αλλά ιδιοκτησιακοί τύποι συγκεκριμένων προμηθευτών αρκετά ισχυροί για να επιβληθούν στην αγορά. Ακριβώς για αυτήν την επιβολή στην αγορά είναι που τα “de facto standards” συνήθως χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν μονοπωλιακές καταστάσεις και αντίστοιχη απουσία ανταγωνισμού, που συγκρούονται με τον βασικό σκοπό και τη λειτουργία των προτύπων.

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την αποκαλούμενη RAND ή FRAND προσέγγιση. RAND σημαίνει “Reasonable and Non-Discriminatory” (Εύλογο και Χωρίς Διακρίσεις). Στην πράξη, αυτό το μοντέλο μεροληπτεί εις βάρος του Ελεύθερου Λογισμικού. Απαιτεί από τον καθένα ο οποίος διανέμει ένα πρόγραμμα το οποίο εφαρμόζει το πρότυπο να καταβάλλει δικαιώματα στον κάτοχο των πατεντών. Αντίθετα, οι άδειες χρήσης για το Ελεύθερο Λογισμικό δεν επιτρέπουν την επισύναψη απαιτήσεων για δικαιώματα εκμετάλλευσης κατά τη διανομή του προγράμματος.

Συνάγεται ότι διπλώματα ευρεσιτεχνίας που περιλαμβάνονται στα πρότυπα λογισμικού απαιτείται να είναι ελεύθερα απαιτήσεων για δικαιώματα εκμετάλλευσης. Οποιοδήποτε υπόδειγμα αδειοδότησης το οποίο απαιτεί χρεώσεις δικαιωμάτων είναι αδύνατο να εφαρμοστεί στο Ελεύθερο Λογισμικό.

Ορισμένοι διατυπώνουν το επιχείρημα ότι η ενσωμάτωση προτύπων με πατέντες με όρους RAND είναι ένα απαραίτητο κίνητρο για να καινοτομούν οι επιχειρήσεις. Το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Ελεύθερου Λογισμικού προτιμάει να διαφοροποιείται. Συμμετέχουμε στην Ομάδα για την Αναπτυξιακή Ατζέντα υπογραμμίζοντας ότι η μονοπωλιακή ισχύς που παρέχεται με μια πατέντα αυξάνεται εκθετικά όταν η πατέντα συμπεριλαμβάνεται στο πρότυπο.

Αν σε μια εταιρεία έχει απονεμηθεί πατέντα, αυτή έχει ήδη λάβει ένα ισχυρό κίνητρο για καινοτομία, στη μορφή ενός εικοσαετούς μονοπωλίου για τη χρήση της εφεύρεσης και τον αποκλεισμό όλων των άλλων. Γιατί θα πρέπει η κοινωνία να επιβαρύνεται με ένα πρόσθετο, ακόμη μεγαλύτερο κόστος δίνοντας στον κάτοχο της πατέντας ένα μέσο ελέγχου του ανταγωνισμού στην αγορά, αφήνοντάς τον να ελέγχει την τιμή της άδειας χρήσης για την πατέντα;

Η σημερινή αγορά λογισμικού ήδη βρίθει μονοπωλίων και κυρίαρχων εταιρειών σε πολλά πεδία. Θα έπρεπε να είναι στόχος των προσπαθειών για τη θέσπιση κανόνων να μειώσουν τα εμπόδια στον ανταγωνισμό στην αγορά λογισμικού, αντί να τα αυξάνουν.

Το FSFE θεωρεί ότι θα ήταν χρησιμότερο για την SCP να αναλύσει τις διάφορες προσεγγίσεις στη βάση της συμπερίληψης όλης της βιομηχανίας πληροφορικής και όλων των νεωτεριστών, και να προσδιορίσει τις ελάχιστες απαιτήσεις που είναι αναγκαίες για τη διατήρηση των προτύπων ως οδηγούς για τον ανταγωνισμό, την καινοτομία και τις οικονομίες κλίμακας.

Επίσης συνιστούμε στις συσκέψεις της, η επιτροπή αυτή να διαχωρίσει προσεκτικά τις διαφορετικές περιοχές προτυποποίησης, καθώς οι απαιτήσεις διαφέρουν αρκετά για κάθε περιοχή.

Στην αρχή της διαδικασίας για τη δημιουργία ενός προτύπου, οι οργανισμοί θέσπισης προτύπων θα πρέπει να ζητούν την αποκάλυψη των πατεντών που απαιτούνται για την υλοποίηση του προτύπου, μαζί με τους όρους αδειοδότησης.

Οι οργανισμοί θέσπισης προτύπων θα πρέπει να απαιτούν ώστε οι πατέντες που κρίνονται ουσιαστικές για την υλοποίηση πρότυπων τεχνολογιών λογισμικού να διατίθενται ελεύθερες απαιτήσεων δικαιωμάτων, για να επιτρέπουν την υλοποίησή τους σε Ελεύθερο Λογισμικό (επίσης γνωστό ως ανοικτό κώδικα), συμπεριλαμβανομένου και του λογισμικού που διανέμεται με τη Γενική Άδεια Δημόσιας Χρήσης GNU.

Συγκεκριμένα, συνιστούμε στα κράτη μέλη να πιέσουν για να δωθεί στην SCP την εντολή να δημιουργήσει ένα συγκρότημα ειδικών που θα εξετάσουν πιθανές βέλτιστες πρακτικές ή διεθνείς κανονισμούς σε σχέση με ορισμένα ζητήματα γύρω από τις πατέντες που είναι απαραίτητες για την υλοποίηση πρότυπων τεχνολογιών (τις αποκαλούμενες “essential patents”).

Δείτε επίσης